ευροή

εὐροή, ἡ (Α)
η άφθονη ροή, η εύροια* («ἐς εὐροήν τοῡ αἵματος»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ροή].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐροῇ — εὐροέω flow well pres subj mp 2nd sg εὐροέω flow well pres ind mp 2nd sg εὐροέω flow well pres subj act 3rd sg εὐροή fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐροήν — εὐροή fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευροώ — εὐροῶ, έω (ΑΜ) [εύρους] μιλώ με επιτυχία, είμαι ευφραδής, εύγλωττος αρχ. 1. ρέω καλά ή άφθονα 2. αποβαίνω καλά, είμαι ευνοϊκός («ὅταν δ ὁ δαίμων εὐροῇ» όταν η τύχη είναι ευνοϊκή, Αισχύλ.) 3. είμαι ευτυχής, ευημερώ …   Dictionary of Greek

  • εὐροῇς — εὐροέω flow well pres subj act 2nd sg εὐροή fem dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐροῶν — εὐροέω flow well pres part act masc nom sg (attic epic doric) εὐροή fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.